Να μη χορηγείται σε περιπτώσεις γνωστής υπερευαισθησίας στο δραστικό συστατικό ή σε κάποιο από τα έκδοχα.
Να μη χορηγείται σε περίπτωση γαστρεντερικής διάτρησης ή απόφραξης.
Να μη χορηγείται σε περίπτωση γαστρεντερικής αιμορραγίας.
Καμία.
Η δόση πρέπει να προσαρμόζεται αναλόγως σε ζώα με νεφρική ή ηπατική ανεπάρκεια (λόγω του αυξημένου κινδύνου εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών). Να αποφεύγεται η χορήγηση σε ζώα με επιληψία. Να χορηγείται επακριβώς η συνιστώμενη δόση, ιδιαιτέρως στις γάτες και τις μικρόσωμες φυλές σκύλων.
Μετά από παρατεταμένο έμετο, να λαμβάνεται μέριμνα για θεραπεία αναπλήρωσης των υγρών και ηλεκτρολυτών.
Σε περίπτωση εμέτου μετά τη χορήγηση του πόσιμου διαλύματος, να τηρείται ο συνήθης χρόνος μεταξύ δύο χορηγήσεων, πριν τη χορήγηση της επόμενης δόσης.
Σε περίπτωση τυχαίας κατάποσης, ιδίως από παιδιά, αναζητήστε αμέσως ιατρική συμβουλή και δείξτε στον ιατρό το φύλλο οδηγιών χρήσεως ή την ετικέττα.
Σε περίπτωση τυχαίας διαβροχής του δέρματος ή των οφθαλμών, ξεπλύνετε αμέσως με άφθονη ποσότητα νερού. Εάν παρατηρήσετε ανεπιθύμητες ενέργειες, αναζητήστε αμέσως ιατρική συμβουλή και δείξτε στον ιατρό το φύλλο οδηγιών χρήσεως ή την ετικέττα.
Πλύνετε τα χέρια μετά τη χορήγηση του προϊόντος στο ζώο.
Σε μερικές πολύ σπάνιες περιπτώσεις, παρατηρήθηκαν μετά από θεραπεία σε σκύλους και γάτες εξωπυραμιδικές εκδηλώσεις (ανησυχία, αταξία, μη φυσιολογικές στάσεις και/ή κινήσεις, στερνική κατάκλιση, μυϊκός τρόμος και επιθετικότητα, επίμονο γαύγισμα ή νιαούρισμα).
Αυτές οι ανεπιθύμητες ενέργειες είναι παροδικές και παρέρχονται με τη διακοπή της θεραπείας.
Η συχνότητα των ανεπιθύμητων ενεργειών προσδιορίζεται με τη χρήση της ακόλουθης σύμβασης:
Μελέτες σε πειραματόζωα δεν έδειξαν τερατογένεση ή επίδραση στο έμβρυο. Όμως, οι μελέτες σε πειραματόζωα είναι περιορισμένες και η ασφάλεια της δραστικής ουσίας δεν έχει διερευνηθεί στα ζώα στόχος. Η χρήση του προϊόντος κατά την κύηση και τη γαλουχία πρέπει να γίνεται μετά από εκτίμηση από τον υπεύθυνο κτηνίατρο της σχέσης όφελος/κίνδυνος.
Σε περίπτωση γαστρίτιδας να αποφεύγεται η ταυτόχρονη χορήγηση αντιχολινεργικών φαρμάκων (ατροπίνη), καθώς είναι δυνατό να εξουδετερώσουν τη δράση της μετοκλοπραμίδης στη γαστρεντερική κινητικότητα.
Σε περίπτωση συνυπάρχουσας διάρροιας, δεν υπάρχει αντένδειξη στη χορήγηση αντιχολινεργικών φαρμάκων.
Ο συνδυασμός της μετοκλοπραμίδης με νευροληπτικά παράγωγα της φαινοθειαζίνης (ακεπρομαζίνη) και βουτυροφαινόνες αυξάνει τον κίνδυνο εξωπυραμιδικών εκδηλώσεων (βλέπετε κεφάλαιο 4.6).
Η μετοκλοπραμίδη μπορεί να επιτείνει την κατασταλτική δράση των ηρεμιστικών του κεντρικού νευρικού συστήματος. Σε περίπτωση συνδυασμού, συνιστάται η χορήγηση της μικρότερης δόσης της μετοκλοπραμίδης, για την αποφυγή υπερβολικής ηρέμησης.
Λόγω απουσίας μελετών συμβατότητας, το προϊόν να μην αναμιγνύεται με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα.